Νόμος – Αναστολή Τραπεζικών Δόσεων

NOMΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΗΨΗ ΕΚΤΑΚΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΑΠΟ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 2020

Προοίμιο. ΕΠΕΙΔΗ, η έξαρση της πανδημίας COVID-19 έχει δημιουργήσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της δημόσιας υγείας, η οποία πλήττει τους πολίτες και την κοινωνία ευρύτερα και προκαλεί κλυδωνισμούς στην παγκόσμια και εθνική οικονομία, και
ΕΠΕΙΔΗ, τα διάφορα μέτρα ανάσχεσης της εξάπλωσης του COVID-19 που έχουν ληφθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, σε πλήρη συνάφεια με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, όπως είναι τα μέτρα κοινωνικού περιορισμού και οι περιορισμοί στις διακινήσεις έχουν ως στόχο τη διασφάλιση της προστασίας της δημοσίας υγείας, και
ΕΠΕΙΔΗ, ταυτόχρονα, είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων προς αντιμετώπιση και περιορισμό του αντικτύπου στην οικονομία και ιδιαίτερα των επιπτώσεων στις πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και στους πολίτες, και
ΕΠΕΙΔΗ η μη λήψη άμεσων και αποτελεσματικών μέτρων θα οδηγήσει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από την έξαρση της πανδημίας COVID-19 σε ακόμα πιο δυσχερή θέση, με κίνδυνο τον επηρεασμό τους ακόμη περισσότερο, όπως και βραχυπρόθεσμα της οικονομίας κατά μη αναστρέψιμο τρόπο και με αλυσιδωτές επιπτώσεις στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, και
ΕΠΕΙΔΗ, κρίνεται συνακόλουθα αναγκαία η λήψη έκτακτων μέτρων για σκοπούς στήριξης της οικονομίας κατά τη διάρκεια της έξαρσης της πανδημίας COVID-19,
Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
Συνοπτικός

τίτλος.

1.   Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Λήψης Έκτακτων Μέτρων από Χρηματοοικονομικούς Οργανισμούς και Εποπτικές Αρχές Νόμος του 2020.
Ερμηνεία.

 

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

 

 

66(I) του 1997

74(Ι) του 1999

94(Ι) του 2000

119(Ι) του 2003

4(Ι) του 2004

151(Ι) του 2004

231(Ι) του 2004

235(Ι) του 2004

20(Ι) του 2005

80(Ι) του 2008

100(Ι) του 2009

123(Ι) του 2009

27(Ι) του 2011

104(Ι) του 2011

107(Ι) του 2012

14(Ι) του 2013

87(I) του 2013

102(I) του 2013

141(Ι) του 2013

5(Ι) του 2015

26(Ι) του 2015

35(Ι) του 2015

71(Ι) του 2015

93(Ι) του 2015

109(Ι) του 2015

152(Ι) του 2015

168(Ι) του 2015

21(Ι) του 2016

5(I) του 2017

38(I) του 2017

169(I) του 2017

28(I) του 2018

89(I) του 2018

153(Ι) του 2018

149(I) του 2019

21(Ι) του 2020.

«αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, περιλαμβανομένων και  υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που κατέχουν άδεια λειτουργίας από εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών, για τα οποία η Κεντρική Τράπεζα ενεργεί ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής·

 

 

Επίσημη

Εφημερίδα,

Παράρτημα

Πρώτο (Ι):

22.8.1997

19.9.2003

10.6.2019.

«ανταλλακτήριο συναλλάγματος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από την παράγραφο 3 της περί Ανταλλακτηρίων Συναλλάγματος Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου∙

 

«αρμόδιες εποπτικές αρχές» σημαίνει:

 

(α)    την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου,

 

(β)    την Επιτροπή Κεφαλαιογοράς Κύπρου,

 

(γ)     τον Έφορο Ασφαλίσεων,

 

(δ)    τον Έφορο Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών∙
 

38(I) του 2016

88(I) του 2017

155(I) του 2018.

«ασφαλιστική επιχείρηση», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου∙

 

 

66(Ι) του 1997

74(Ι) του 1999

94(Ι) του 2000

119(Ι) του 2003

4(Ι) του 2004

151(Ι) του 2004

231(Ι) του 2004

235(Ι) του 2004

20(Ι) του 2005

80(Ι) του 2008

100(Ι) του 2009

123(Ι) του 2009

27(Ι) του 2011

104(Ι) του 2011

107(Ι) του 2012

14(Ι) του 2013

87(Ι) του 2013

102(I) του 2013

141(Ι) του 2013

5(Ι του 2015

26(Ι) του 2015

35(Ι) του 2015

71(Ι) του 2015

93(Ι) του 2015

109(Ι) του 2015

152(Ι) του 2015

168(Ι) του 2015

21(Ι) του 2016

5(Ι) του 2017

38(Ι) του 2017

169(Ι) του 2017

28(Ι) του 2018

89(Ι) του 2018

153(Ι) του 2018

80(Ι) του 2019

149(Ι) του 2019

21(Ι) του 2020.

«γραφείο αντιπροσωπείας», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου∙
«Δημοκρατία», σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

 

 

 

 

«διαμεσολαβητής», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου∙
 

56(Ι) του 2013

8(Ι) του 2015

97(I) του 2015

133(I) του 2019.

 

«διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων» ή «ΔΟΕΕ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου∙

 

 

87(Ι) του 2017.

 

«διαχειριστής  αγοράς  της  Δημοκρατίας», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙
 

64(I) του 2001

157(I) του 2002

71(I) του 2004

187(I) του 2004

44(I) του 2007

73(I) του 2009.

«Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί της  Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου∙
«εκδότης», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου∙
 

78(I) του 2012

88(I) του 2015

52(I) του 2016

134(Ι) του 2019.

«εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου∙
«εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων», έχει  την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου∙
 

169(I) του 2015

86(Ι) του 2018.

«εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου∙
 

196(Ι) του 2012

109(Ι) του 2013

117(Ι) του 2014

142(Ι) του 2015.

«εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου∙
 

 

10(Ι) του 2020.

 

«Έφορος Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου.
 

78(Ι) του 2012

88(Ι) του 2015

52(Ι) του 2016

134(Ι) του 2019.

«θεματοφύλακας ΟΣΕΚΑ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Ανοικτού Τύπου ΟργανισμώνΣυλλογικών Επενδύσεων Νόμου∙
 

124(Ι) του 2018.

«θεματοφύλακας ΟΕΕ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο∙
 

 

208(I) του 2012

111(Ι) του 2014

143(I) του 2015

10(I) του 2018

10(I) του 2020.

«ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών» ή «ΙΕΣΠ», έχει την έννοια που αποδίδεται στο όρο αυτό από τις διατάξεις του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου∙
 

86(Ι) του 2004

81(Ι) του 2012.

«ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου∙
 

31(Ι) του 2018.

«ίδρυμα πληρωμών», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμου∙
«Κεντρική Τράπεζα», σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως αρμόδια αρχή για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος·
«Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΚΕΠΕΥ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙
 

 

42 του 1980

48 του 1988

99 του 1988

136(I) του 2002

137(I) του 2003

164(Ι) του 2004

30(Ι) του 2005

134(I) του 2005.

41(I) του 2017

149(I) του 2017

30(I) του 2019.

«Κυπριακός Οργανισμός Αναπτύξεως Γης», σημαίνει τον βάσει των διατάξεων του άρθρου 4 του περί Κυπριακού Οργανισμού Αναπτύξεως Γης Νόμου, Κυπριακό Οργανισμό Αναπτύξεως Γης∙
«μέτρα αναστολής», σημαίνει τα υπό του Υπουργικού Συμβουλίου αποφασιζόμενα μέτρα αναστολής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4∙
 

 

 

41(I) του 2017

149(I) του 2017

30(I) του 2019.

«μη πιστωτικά ιδρύματα» και «μεσίτες πιστώσεων για σύναψη συμβάσεων πίστωσης για  καταναλωτές σε σχέση με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία», έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμου∙
«Οδηγία», σημαίνει την κανονιστικού περιεχομένου οδηγία της αρμόδιας εποπτικής αρχής  που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότησιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας·
 

124(Ι) του 2018.

 

«οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων» ή «ΟΕΕ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου∙
«οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες» ή «ΟΣΕΚΑ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του  περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου∙
«Υπουργός», σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών∙
 

 

«χρηματοδοτικό ίδρυμα», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου∙
«Χρηματοοικονομικός Οργανισμός», σημαίνει οποιονδήποτε από τους οργανισμούς που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και κατέχει άδεια λειτουργίας από  αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία, καθώς και οποιονδήποτε άλλο οργανισμό κατέχει άδεια λειτουργίας από  αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία και ο οποίος υπόκειται σε εποπτεία από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, δυνάμει των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, ήτοι:

 

(α)     αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα (ΑΠΙ),
(β)     ανταλλακτήριο συναλλάγματος,
(γ)      ασφαλιστική επιχείρηση,
(δ)     γραφείο αντιπροσωπείας,
(ε)     διαμεσολαβητής,
(στ)   διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων,
(ζ)     διαχειριστής  αγοράς  της  Δημοκρατίας,
(η)     εκδότης
(θ)     εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ,
(ι)       εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,
(ια)    εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων,
(ιβ)    εταιρείες παροχής διοικητικών υπηρεσιών,
(ιγ)    θεματοφύλακας ΟΣΕΚΑ,
(ιδ)    θεματοφύλακας ΟΕΕ,
(ιε)     ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών,
(ιστ)  ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος,
(ιζ)     ίδρυμα πληρωμών,
(ιη)    Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών,
(ιθ)    Κυπριακός Οργανισμός Αναπτύξεως Γης,
(κ)     μη πιστωτικά ιδρύματα και μεσίτες πιστώσεων για σύναψη συμβάσεων πίστωσης για καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία,
(κα)   οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων,
(κβ)   οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες,
(κγ)   χρηματοδοτικό ίδρυμα∙
«χρηματοοικονομικό σύστημα», σημαίνει τον τομέα της οικονομίας που αποτελείται από τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, τις χρηματοοικονομικές αγορές και τις υποδομές των χρηματοοικονομικών αγορών.
Σκοπός τουπαρόντος

Νόμου.

3.-(1)  Με τον παρόντα Νόμο εξουσιοδοτείται το Υπουργικό Συμβούλιο να λαμβάνει αποφάσεις για τη λήψη έκτακτων μέτρων από χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και από αρμόδιες εποπτικές αρχές, εφόσον σύμφωνα με την  Κεντρική Τράπεζα η λήψη τέτοιων μέτρων συμβάλλει στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Δημοκρατίας.
     (2) Τα έκτακτα μέτρα, εφεξής καλούμενα «μέτρα αναστολής»  λαμβάνονται με γνώμονα τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Μέτρα αναστολής. 4.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει για τη λήψη μέτρων αναστολής ή να εξουσιοδοτεί τις αρμόδιες εποπτικές αρχές να αποφασίζουν για την αναστολή-
(i)    της αποπληρωμής δόσεων, περιλαμβανομένων και τόκων για παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, προς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς για καθορισμένες κατηγορίες δανειοληπτών:

 

                Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση η αναστολή της αποπληρωμής των δόσεων αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής του γραπτού αιτήματος προς τον χρηματοοικονομικό οργανισμό, νοουμένου ότι ο δανειολήπτης πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια.
(ii)   της λήψης οποιωνδήποτε μέτρων από τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς λόγω της εφαρμογής του αναφερομένου στην παράγραφο (i) μέτρου·
(iii) των υποχρεώσεων των χρηματοοικονομικών οργανισμών προς ετοιμασία, υποβολή και ανακοίνωση των οικονομικών καταστάσεών τους.
(iv) των υποχρεώσεων χρηματοοικονομικών οργανισμών προς εκπλήρωση άλλων διά νόμου προβλεπόμενων υποχρεώσεων, πέραν των αναφερομένων στο σημείο (iii), ανωτέρω.
(2)  Τα μέτρα αναστολής διέπονται από τις ακόλουθες γενικές αρχές:
(α)  είναι περιορισμένης έκτασης και προσωρινού χαρακτήρα:
       Νοείται ότι, επί εξαμηνιαίας βάσεως, το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με την αρμόδια εποπτική αρχή, εξετάζουν από κοινού το ενδεχόμενο τερματισμού και/ή τροποποίησης των μέτρων αναστολής και σε περίπτωση που κάθε μέτρο αναστολής ενδείκνυται να τροποποιηθεί ή να τερματιστεί, υποβάλλεται από τον Υπουργό σε συνεργασία με την αρμόδια εποπτική αρχή πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο για τη λήψη Απόφασης προς τροποποίηση ή τερματισμό του.
             (β) εφαρμόζονται με γνώμονα την επίτευξη των πιο κάτω στόχων:
(i)  τη διασφάλιση της σταθερότητας και την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος.
(ii)   τη στήριξη δανειοληπτών που καλύπτονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων διαταγμάτων,
(iii) την πρόληψη της δημιουργίας ή της εξάπλωσης κινδύνων, με πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος,
(iv)  την προστασία των δημόσιων πόρων, με την ελαχιστοποίηση του κόστους στήριξης για τους φορολογουμένους,
(v) την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
  (γ)  αφορούν κεχωρισμένως κάθε χρηματοοικονομικό οργανισμό, υπό την έννοια ότι δεν επηρεάζουν το δικαίωμα κάλυψης οποιουδήποτε δανειολήπτη εμπίπτοντος στις καθορισμένες βάσει αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή άλλων αρμοδίων εποπτικών αρχών κατηγορίες δανειοληπτών, από το ευεργέτημα της αναστολής αποπληρωμής δόσεων, περιλαμβανομένων και τόκων προς χρηματοοικονομικό οργανισμό, αδιαφόρως του αριθμού των παραχωρηθεισών στον δανειολήπτη πιστωτικών διευκολύνσεων από έναν ή περισσότερους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς.
Έκδοση Διαταγμάτων. 5.-(1) Ο Υπουργός, με τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας εποπτικής αρχής και στη βάση απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου λαμβανομένης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3(1), δύναται να εκδίδει διατάγματα για την  καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
     (2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του παρόντος άρθρου, διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), δύναται να προβλέπει για ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα θέματα:
(α) τον τρόπο εφαρμογής των έκτακτων μέτρων και τη χρονική τους διάρκεια·

 

(β)  τις προϋποθέσεις και τους όρους λήψεως των έκτακτων μέτρων.
(γ) τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων προς αποφυγήν οποιασδήποτε κατάχρησης δυνατόν να παρουσιαστεί συνεπεία της λήψης των έκτακτων μέτρων.
Έκδοση Οδηγιών. 6.-(1) Οι αρμόδιες εποπτικές αρχές δύνανται να εκδίδουν Οδηγίες για τη ρύθμιση ή καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
    (2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δύναται να προβλέπουν για ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα θέματα:
(α) τον τρόπο εφαρμογής των έκτακτων μέτρων και τη χρονική τους διάρκεια·
(β) τις προϋποθέσεις και τους όρους λήψεως των έκτακτων μέτρων. και
(γ) τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων προς αποφυγήν οποιασδήποτε κατάχρησης δυνατόν να παρουσιαστεί συνεπεία της λήψης των έκτακτων μέτρων.
Εξουσίες αρμόδιων εποπτικών

αρχών.

7. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμος δεν επηρεάζουν-

 

(α) τις αρμοδιότητες και εξουσίες της Κεντρικής Τράπεζας που απορρέουν από τις διατάξεις του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου και οποιουδήποτε άλλου σχετικού νόμου·

 

(β) τις αρμοδιότητες και εξουσίες των αρμόδιων εποπτικών αρχών·

 

(γ)  την εφαρμογή των διατάξεων του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου και των δυνάμει αυτού ασκουμένων εξουσιών της Αρχής Εξυγίανσης.
Ενημέρωση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού. 8.  Ο Υπουργός Οικονομικών ενημερώνει γραπτώς και επί μηνιαίας βάσεως την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού για  όλες τις αποφάσεις που λαμβάνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, σχετικά με τη λήψη μέτρων αναστολής ή σχετικά με την εξουσιοδότηση άλλων αρμόδιων εποπτικών αρχών να αποφασίζουν για τη λήψη τέτοιων μέτρων, με ειδική μνεία σε μέτρα αναστολής που αναφέρονται στα σημεία (i), (ii), (iii), (iv) του άρθρου 4.  
Tags:

©2024 Pnyka Democracy Reborn

CONTACT US

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Sending

Log in with your credentials

or    

Forgot your details?

Create Account